Ξέρουμε τα πάντα.
Ξέρουμε ποιος αδικήθηκε, ποιος εξαπατήθηκε, ποιος περίμενε μήνες για μια εξέταση, ποιος πληρώνει έναν λογαριασμό που δεν βγαίνει, ποιος δρόμος είναι διαλυμένος, ποια γειτονιά εγκαταλείφθηκε, ποια υπόθεση βρωμάει.
Τα βλέπουμε όλα σε πραγματικό χρόνο. Τα σχολιάζουμε. Βάζουμε ένα θυμωμένο emoji. Γράφουμε «ντροπή». Και μετά σηκώνουμε τον αντίχειρα προς τα πάνω και συνεχίζουμε το scroll.
Κάπως έτσι, η αδιαφορία δεν ήρθε στη ζωή μας σαν μεγάλο γεγονός. Ήρθε αθόρυβα, με μικρές δόσεις. Ένα «δεν βαριέσαι» σήμερα, ένα «όλοι ίδιοι είναι» αύριο, ένα «εγώ θα σώσω τον κόσμο;» την επόμενη εβδομάδα.
Η ΝΕΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
Δεν πάψαμε να θυμώνουμε. Πάψαμε να πιστεύουμε ότι ο θυμός μας μπορεί να αλλάξει κάτι — κι αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο.
Δεν γίναμε ξαφνικά τεμπέληδες
Είναι εύκολο να κατηγορήσουμε μια ολόκληρη κοινωνία: «κανείς δεν ενδιαφέρεται», «όλοι κάθονται», «οι Έλληνες μόνο γκρινιάζουν».
Είναι και βολικό.
Η πραγματικότητα είναι πιο άβολη. Πολλοί άνθρωποι δεν κάθονται καθόλου. Δουλεύουν δέκα ώρες, τρέχουν για παιδιά, γονείς, λογαριασμούς, δεύτερες δουλειές, υποχρεώσεις που δεν τελειώνουν όταν κλείσει η πόρτα του γραφείου.
Το FullPress365 έχει ήδη γράψει για τη «Σιωπηλή Υπερωρία», όπου το κινητό έκανε το ωράριο να μην τελειώνει ποτέ . Αυτή η μόνιμη κόπωση δεν γεννά πάντα αντίδραση. Συχνά γεννά παραίτηση.
Ο άνθρωπος που νιώθει ότι όλη την ημέρα τρέχει για να παραμείνει στο ίδιο σημείο, δύσκολα θα επιστρέψει σπίτι με διάθεση να αλλάξει τον δήμο, το σχολείο, τον σύλλογο, τη γειτονιά ή τη χώρα.
Θα φάει. Θα ανοίξει μια οθόνη. Θα πει «άσε με λίγο ήσυχο».
Και ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει;
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το «λίγο» γίνεται μόνιμο.
Από πολίτες γίναμε θεατές
Ένας πολίτης δεν είναι απλώς κάποιος που έχει ταυτότητα και ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια. Είναι κάποιος που αισθάνεται ότι ο κοινός χώρος τού ανήκει και λίγο.
Ο δρόμος έξω από το σπίτι. Το σχολείο του παιδιού. Η πλατεία. Το νοσοκομείο. Η υπηρεσία. Η πολυκατοικία. Το πάρκο.
Ο θεατής, αντίθετα, δεν αισθάνεται ότι του ανήκει τίποτα. Απλώς παρακολουθεί.
Βλέπει το σκουπίδι δίπλα στον κάδο και βρίζει τον δήμο. Βλέπει κάποιον να παρκάρει πάνω στη ράμπα και λέει «έτσι είμαστε εδώ». Βλέπει έναν άνθρωπο να αδικείται και ψιθυρίζει «πού να μπλέκεις τώρα».
Το κράτος φταίει. Ο δήμος φταίει. Οι πολιτικοί φταίνε. Οι άλλοι φταίνε.
Πολλές φορές πράγματι φταίνε. Αλλά όταν η μοναδική μας θέση είναι απέναντι από την οθόνη, έχουμε παραδώσει σε όλους τους άλλους και το δικαίωμα να αποφασίζουν για εμάς.
Η αδιαφορία έχει μια πολύ βολική φράση:
«Εγώ θα σώσω τον κόσμο;»
Όχι. Κανείς μόνος του δεν θα σώσει τον κόσμο. Αλλά κάθε κοινωνία διαλύεται ακριβώς όταν όλοι περιμένουν να αρχίσει κάποιος άλλος.
Το like έγινε το τέλειο άλλοθι
Παλιά, για να πεις ότι συμμετείχες σε κάτι, έπρεπε να πας κάπου. Να εμφανιστείς. Να μιλήσεις. Να πάρεις θέση μπροστά σε πραγματικούς ανθρώπους.
Τώρα μπορείς να αισθανθείς ότι συμμετείχες χωρίς να σηκωθείς από τον καναπέ.
Ένα share. Ένα hashtag. Ένα story. Ένα «είμαστε μαζί σας».
Αυτά δεν είναι άχρηστα. Μπορούν να μεταφέρουν πληροφορία, να δώσουν ορατότητα, να δημιουργήσουν πίεση.
Το πρόβλημα είναι όταν γίνονται υποκατάστατο κάθε άλλης πράξης.
Έχουμε καταφέρει να μετατρέψουμε ακόμη και την αγανάκτηση σε περιεχόμενο. Τη βλέπουμε, την καταναλώνουμε, μας εξοργίζει για λίγο και μετά ο αλγόριθμος μάς σερβίρει μια συνταγή, ένα γκολ, έναν καβγά στην τηλεόραση και ένα βίντεο με γάτα.
Δεν είναι συνωμοσία. Είναι η φυσική λειτουργία μιας οικονομίας προσοχής που δεν ενδιαφέρεται αν κάτι σε έκανε καλύτερο πολίτη. Αρκεί να σε κράτησε μπροστά στην οθόνη.
«Όλοι ίδιοι είναι»: η πιο βολική φράση της παραίτησης
Υπάρχει μια φράση που ακούγεται έξυπνη επειδή είναι κυνική: «Όλοι ίδιοι είναι».
Μπορεί να αφορά πολιτικούς, δημοσιογράφους, συνδικαλιστές, επιχειρηματίες, δημόσιους υπαλλήλους, γιατρούς, δασκάλους.
Μόλις τους κάνουμε όλους ίδιους, απαλλασσόμαστε από μια δύσκολη δουλειά: να ξεχωρίζουμε.
Να ελέγχουμε. Να συγκρίνουμε. Να ζητάμε λογαριασμό. Να αναγνωρίζουμε και το σωστό όταν γίνεται.
Ο απόλυτος κυνισμός παρουσιάζεται συχνά σαν ωριμότητα. Στην πραγματικότητα είναι πολιτική αναισθησία.
Αν όλοι είναι ίδιοι, τότε τίποτα δεν έχει νόημα. Αν τίποτα δεν έχει νόημα, τότε δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα.
Ο καναπές κέρδισε ξανά.
Δεν μας ενοχλεί η αδικία. Μας ενοχλεί όταν φτάσει στην πόρτα μας
Εκεί φαίνεται η πιο σκληρή πλευρά της κοινωνικής αδιαφορίας.
Όσο το πρόβλημα είναι κάποιου άλλου, είναι είδηση. Όταν γίνει δικό μας, γίνεται σκάνδαλο.
Μια ουρά στο νοσοκομείο είναι «έτσι είναι το σύστημα» μέχρι να χρειαστεί να περιμένει ο πατέρας μας. Ένα σχολείο με προβλήματα είναι «δουλειά του κράτους» μέχρι να μπει μέσα το παιδί μας. Η ακρίβεια είναι αριθμός μέχρι να μη βγαίνει το δικό μας ταμείο στο σούπερ μάρκετ.
Η πραγματική κοινωνία όμως αρχίζει ακριβώς εκεί όπου μας νοιάζει και κάτι που δεν μας συνέβη ακόμη.
Ο ΚΑΝΑΠΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ
Το πρόβλημα δεν είναι να ξεκουράζεσαι. Το πρόβλημα είναι να συνηθίσεις τόσο πολύ στην ιδέα ότι τίποτα δεν αλλάζει, ώστε να θεωρείς αφελή όποιον ακόμη προσπαθεί.
Η ειρωνεία έγινε ασπίδα
Ζούμε σε εποχή όπου ο άνθρωπος που νοιάζεται κινδυνεύει να χαρακτηριστεί γραφικός.
Αν θυμώσει, «το παίρνει πολύ προσωπικά». Αν συμμετέχει, «δεν έχει άλλη δουλειά». Αν πιστεύει ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, «είναι αφελής».
Αντίθετα, εκείνος που δεν πιστεύει σε τίποτα συχνά θεωρείται έξυπνος. Έμπειρος. Ψαγμένος.
Η ειρωνεία έγινε κοινωνικό αλεξίσφαιρο. Δεν δεσμεύεσαι, δεν πληγώνεσαι, δεν απογοητεύεσαι. Κάνεις ένα αστείο και προχωράς.
Μόνο που μια κοινωνία δεν μπορεί να χτιστεί αποκλειστικά από ανθρώπους που προστατεύονται από κάθε απογοήτευση επειδή αρνούνται να ελπίσουν σε οτιδήποτε.
Το «εθνικό σπορ» δεν είναι ελληνικό — αλλά εδώ το ξέρουμε καλά
Ο τίτλος είναι προκλητικός επίτηδες. Η αδιαφορία δεν είναι ελληνική πατέντα και ο καναπές δεν έχει εθνικότητα.
Η απομάκρυνση από την πολιτική, η δυσπιστία στους θεσμούς, η ψηφιακή απορρόφηση και η κοινωνική κόπωση είναι φαινόμενα που συναντώνται σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες.
Όμως εμείς έχουμε τις δικές μας εκδοχές. Το «έλα μωρέ τώρα». Το «πού να μπλέξεις». Το «κοίτα τη δουλειά σου». Το «τίποτα δεν αλλάζει».
Τέσσερις καθημερινές φράσεις που, αν τις βάλεις τη μία δίπλα στην άλλη, μοιάζουν με ολόκληρο πολιτικό πρόγραμμα ακινησίας.
Το σύστημα λατρεύει τον κουρασμένο άνθρωπο
Όχι επειδή υπάρχει κάποιος μυστικός εγκέφαλος που σχεδιάζει να μας κρατήσει στον καναπέ.
Αλλά επειδή κάθε σύστημα εξουσίας — δημόσιο, ιδιωτικό, μικρό ή μεγάλο — λειτουργεί πιο άνετα απέναντι σε ανθρώπους που έχουν πειστεί ότι δεν αξίζει να επιμένουν.
Ο πολίτης που δεν ρωτά είναι εύκολος. Ο πελάτης που δεν διαμαρτύρεται είναι εύκολος. Ο εργαζόμενος που θεωρεί φυσιολογικό να είναι διαθέσιμος όλο το βράδυ είναι εύκολος. Ο γείτονας που δεν θέλει να μπλέξει είναι εύκολος.
Η αδιαφορία έχει επομένως πραγματικό κόστος. Δεν είναι απλώς διάθεση. Δημιουργεί χώρο.
Και τον χώρο που αφήνει ένας αδιάφορος άνθρωπος, πάντα θα βρεθεί κάποιος άλλος να τον καταλάβει.
Η αλλαγή δεν αρχίζει από «τον κόσμο»
Αυτό είναι ίσως το πιο κουρασμένο κλισέ: «Πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία».
Ποιοι; Πότε; Πώς;
Η νοοτροπία είναι μια λέξη τόσο μεγάλη που μας επιτρέπει να μη κάνουμε τίποτα.
Η πραγματική αλλαγή είναι πολύ μικρότερη και πολύ πιο ενοχλητική.
Είναι να εμφανιστείς σε μια συνέλευση που βαριέσαι. Να κάνεις μια καταγγελία που παίρνει χρόνο. Να βοηθήσεις έναν γείτονα που δεν είναι φίλος σου. Να μην πετάξεις κάτω επειδή «έτσι κάνουν όλοι». Να ζητήσεις γραπτώς μια απάντηση αντί να βρίζεις στο Facebook. Να ψηφίσεις γνωρίζοντας τι ψηφίζεις. Να στηρίξεις μια τοπική προσπάθεια χωρίς να περιμένεις φωτογραφία και μπράβο.
Δεν ακούγονται ηρωικά.
Ευτυχώς.
Οι κοινωνίες δεν συντηρούνται από ηρωικές πράξεις κάθε μέρα. Συντηρούνται από μικρές πράξεις ανθρώπων που δεν αποσύρθηκαν εντελώς.
Το αντίθετο της αδιαφορίας δεν είναι ο ακτιβισμός.
Είναι η παρουσία. Να είσαι εκεί. Να βλέπεις. Να ρωτάς. Να μην περνάς από όλα σαν πελάτης μιας χώρας που ανήκει σε κάποιον άλλο.
Δεν χρειάζεται να σηκωθούμε όλοι μαζί
Ίσως αυτό περιμένουμε και γι’ αυτό δεν γίνεται ποτέ τίποτα: μια μεγάλη στιγμή. Μια γενική αφύπνιση. Ένα πρωί που εκατομμύρια άνθρωποι θα αποφασίσουν ταυτόχρονα ότι «ως εδώ».
Η πραγματική ζωή δεν λειτουργεί έτσι.
Κάποιος σηκώνεται πρώτος. Ένας δεύτερος τον βλέπει. Ένας τρίτος καταλαβαίνει ότι δεν είναι μόνος.
Η συμμετοχή είναι μεταδοτική. Όπως και η αδιαφορία.
Αυτό είναι το μόνο σημείο στο οποίο ο καναπές χάνει: όταν πάψει να φαίνεται ότι όλοι οι άλλοι κάθονται επίσης.
Στο FullPress365 υπάρχουν περισσότερα κείμενα για τις αλλαγές που περνούν αθόρυβα μέσα στην καθημερινότητά μας στην ενότητα BIG STORY, ενώ οι καθαρές θέσεις και τα άρθρα γνώμης συγκεντρώνονται στις ΑΠΟΨΕΙΣ.
Όλη η καθημερινή ενημέρωση βρίσκεται στην αρχική σελίδα του FullPress365.
Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΝΑΠΕ — ΣΕ 6 ΦΡΑΣΕΙΣ
«Δεν βαριέσαι»
«Όλοι ίδιοι είναι»
«Πού να μπλέξεις»
«Εγώ θα σώσω τον κόσμο;»
«Κοίτα τη δουλειά σου»
«Τίποτα δεν αλλάζει»
Το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι καθόμαστε στον καναπέ. Είναι ότι αρχίσαμε να πιστεύουμε πως όποιος σηκώνεται από αυτόν είναι ο αφελής της παρ








