«Οι νέοι δεν θέλουν να δουλέψουν». Η φράση επιστρέφει κάθε φορά που ένα ξενοδοχείο, ένα εστιατόριο, μια τεχνική εταιρεία ή ένα κατάστημα δυσκολεύεται να βρει κόσμο. Μόνο που το 2026 η εύκολη αυτή εξήγηση δεν αρκεί. Γιατί πριν κατηγορήσουμε μια γενιά ότι δεν θέλει να εργαστεί, ίσως πρέπει να ρωτήσουμε κάτι πιο άβολο: τι ακριβώς της προσφέρουμε για να δουλέψει;

Ας ξεκινήσουμε από το προφανές: ναι, υπάρχουν πραγματικές ελλείψεις προσωπικού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει «σφιχτή», ιδιαίτερα σε τουρισμό και κατασκευές. Δεν είναι φαντασία των επιχειρήσεων.
Αλλά από το «δυσκολεύομαι να βρω εργαζόμενους» μέχρι το «οι νέοι είναι τεμπέληδες» υπάρχει τεράστια απόσταση. Και μέσα σε αυτή την απόσταση κρύβονται μισθοί, ωράρια, ενοίκια, μετακινήσεις, απλήρωτες υπερωρίες, αβεβαιότητα και μια γενιά που έχει πάψει να θεωρεί προνόμιο το να της επιτρέπουν απλώς να δουλεύει.
Όχι, ο κατώτατος δεν είναι πια 800 ευρώ – είναι 920 μικτά. Και πάλι όμως η συζήτηση δεν τελειώνει εκεί
Από την 1η Απριλίου 2026 ο νόμιμος κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι 920 ευρώ μικτά. Είναι αυξημένος σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και αυτό είναι πραγματικό γεγονός, όχι λεπτομέρεια που πρέπει να κρύβεται για να βγει ένα ωραίο σύνθημα.
Το ίδιο πραγματικό είναι όμως και κάτι άλλο: σύμφωνα με στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν στην επίσημη διαδικασία για τον κατώτατο μισθό, περίπου το 20% των θέσεων πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα το 2025 βρισκόταν κοντά στον κατώτατο. Ο διάμεσος μισθός πλήρους απασχόλησης ήταν περίπου 1.221 ευρώ μικτά.
Με απλά λόγια: όταν λέμε ότι «ο μέσος μισθός ανέβηκε», δεν σημαίνει ότι ο μέσος νέος εργαζόμενος ζει ξαφνικά με οικονομική άνεση. Οι μέσοι όροι είναι χρήσιμοι. Το ίδιο χρήσιμη είναι και η πραγματικότητα της κατανομής.
Το ίδιο το Υπουργείο Εργασίας ανακοίνωσε ότι ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έφτασε το 2025 στα 1.516 ευρώ μικτά. Αλλά σχεδόν ένας στους τέσσερις μισθωτούς βρισκόταν στην κλίμακα 1.001–1.200 ευρώ. Αυτοί δεν είναι «τεμπέληδες». Είναι άνθρωποι που κάνουν λογαριασμό αν ο μισθός βγαίνει μέχρι τις 30 του μήνα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι νέοι μισούν τη δουλειά. Μισούν τη δουλειά που δεν οδηγεί πουθενά
Η γενιά που μπήκε στην αγορά εργασίας μετά τη δεκαετή κρίση έχει δει αρκετά. Είδε ανθρώπους με πτυχία να αλλάζουν τρεις δουλειές για να μαζέψουν έναν αξιοπρεπή μισθό. Είδε «πρακτική» που έμοιαζε με κανονική εργασία. Είδε την απαίτηση για εμπειρία σε θέσεις εισαγωγικού επιπέδου. Είδε το «είμαστε μια οικογένεια» να σημαίνει μερικές φορές ότι το ωράριο τελειώνει όταν τελειώσει η δουλειά — όχι όταν γράφει η σύμβαση.
Και κυρίως είδε ότι η υπόσχεση «δούλεψε σκληρά και θα ανέβεις» δεν λειτουργεί πάντα. Όταν ένας εργαζόμενος βλέπει ότι μετά από δύο, τρία ή πέντε χρόνια η διαφορά είναι λίγες δεκάδες ευρώ και περισσότερες ευθύνες, η αποχώρηση δεν είναι έλλειψη εργατικής ηθικής. Είναι οικονομική απόφαση.
Όποιος θέλει να δει συνολικά τα θέματα γύρω από την αγορά εργασίας και τον κατώτατο μισθό, θα βρει τη σχετική κάλυψη στο FullPress365.
Και όμως: η ανεργία πέφτει. Άρα γιατί οι επιχειρήσεις δεν βρίσκουν κόσμο;
Εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον. Τον Αύγουστο του 2026 η ανεργία στην Ελλάδα είχε υποχωρήσει στο 7,4%, από 8,8% έναν χρόνο νωρίτερα. Η ανεργία των νέων κάτω των 25 ήταν 15,6%, από 21,8% τον Αύγουστο του 2025.
Δηλαδή περισσότεροι άνθρωποι δουλεύουν. Αυτό από μόνο του κάνει τις προσλήψεις δυσκολότερες: όταν δεν υπάρχουν στρατιές ανέργων διαθέσιμες, ο εργαζόμενος έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να πει «όχι» σε μια κακή πρόταση.
Αυτό είναι φυσιολογική αγορά εργασίας. Όταν οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για πελάτες, μειώνουν τιμές, βελτιώνουν προϊόν και επενδύουν. Όταν ανταγωνίζονται για εργαζόμενους, η ίδια λογική λέει ότι πρέπει να βελτιώσουν μισθό, ωράριο, συνθήκες και προοπτική.
Παράξενο; Καθόλου. Αγορά είναι και η εργασία.
«Μα δεν βγαίνει η επιχείρηση να πληρώσει παραπάνω»
Είναι σοβαρό επιχείρημα. Υπάρχουν μικρές επιχειρήσεις που πιέζονται πραγματικά από ενέργεια, ενοίκια, πρώτες ύλες, φόρους και χρηματοδοτικό κόστος. Δεν είναι κάθε εργοδότης ένας καρικατουρίστικος «εκμεταλλευτής».
Αλλά ούτε κάθε εργαζόμενος μπορεί να γίνει το μαξιλάρι πάνω στο οποίο θα απορροφάται όλο το κόστος μιας επιχείρησης.
Αν μια δουλειά απαιτεί βραδινά, Σαββατοκύριακα, υψηλή ένταση, μετακίνηση, διαθεσιμότητα και ευθύνη, τότε αυτά έχουν τιμή. Αν η επιχείρηση δεν μπορεί να πληρώσει αυτή την τιμή, το πρόβλημα είναι επιχειρηματικό. Δεν λύνεται με ηθικό κήρυγμα προς τον 23χρονο.
Η πιο σοβαρή κουβέντα για την Ελλάδα δεν είναι «εργοδότες εναντίον εργαζομένων». Είναι πώς γίνονται βιώσιμες και οι επιχειρήσεις και οι ζωές των ανθρώπων που δουλεύουν μέσα σε αυτές.
Η ακρίβεια αλλάζει το νόημα του μισθού
Ο ονομαστικός μισθός είναι ο αριθμός που γράφει το χαρτί. Ο πραγματικός μισθός είναι όσα μπορείς να αγοράσεις με αυτόν.
Ο ΟΟΣΑ κατέγραψε ότι, παρά την ονομαστική αύξηση, ο πραγματικός κατώτατος μισθός στην Ελλάδα μειώθηκε μεταξύ Απριλίου 2025 και Απριλίου 2026. Δηλαδή ένα μέρος της αύξησης απορροφήθηκε από τις τιμές.
Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεψε για το 2026 πληθωρισμό 3,7%, με το ενεργειακό κόστος να πιέζει τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών.
Αυτή είναι η εξίσωση που συχνά απουσιάζει από τη φράση «σου δίνω 1.000 ευρώ και δεν έρχεσαι». Χίλια ευρώ στην Αθήνα, σε νησί με ακριβή στέγη ή σε δουλειά που απαιτεί καθημερινή μετακίνηση δεν είναι το ίδιο ποσό στην πράξη.
«Οι δικοί μας καιροί ήταν πιο δύσκολοι»
Κάθε γενιά έχει λόγους να το πιστεύει. Οι προηγούμενες γενιές δούλεψαν σκληρά, πολλές φορές σε πολύ χειρότερες συνθήκες ασφάλειας και με λιγότερα δικαιώματα. Αυτό είναι αλήθεια.
Δεν σημαίνει όμως ότι η ταλαιπωρία είναι κληρονομικό δικαίωμα.
Το ότι κάποιος στα 25 του δούλευε 12 ώρες χωρίς ρεπό δεν δημιουργεί υποχρέωση στον σημερινό 25χρονο να κάνει το ίδιο. Η πρόοδος μιας κοινωνίας μετριέται και από τα πράγματα που οι επόμενες γενιές δεν χρειάζεται πια να υπομένουν.
Οι ελλείψεις είναι αληθινές – αλλά είναι και μήνυμα
Η Κομισιόν αναφέρει ότι η ελληνική αγορά παραμένει σφιχτή κυρίως σε τουρισμό και κατασκευές. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συζήτηση για τις ελλείψεις εργασίας έχει πλέον δύο όψεις: από τη μία υπάρχουν δημογραφικό πρόβλημα και ελλείψεις δεξιοτήτων· από την άλλη, η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ορισμένες ελλείψεις συνδέονται και με χαμηλά αμειβόμενες ή χαμηλής ποιότητας θέσεις.
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να ακούσουμε. Μια κενή θέση δεν είναι μόνο «άνθρωπος που δεν βρέθηκε». Είναι και feedback προς τον εργοδότη.
Μήπως το ωράριο δεν βγαίνει; Μήπως ο μισθός είναι χαμηλός; Μήπως δεν υπάρχει στέγη στην περιοχή; Μήπως ο εργαζόμενος ξέρει ότι τον Αύγουστο θα λιώνει και τον Νοέμβριο θα ψάχνει ξανά δουλειά; Μήπως ζητάμε πέντε ειδικότητες σε έναν άνθρωπο και πληρώνουμε μία;
Αν η απάντηση είναι «ναι» σε δύο ή τρία από αυτά, τότε το πρόβλημα δεν λέγεται έλλειψη εργατικής ηθικής.
Οι νέοι δεν έγιναν τεμπέληδες. Έγιναν πιο γρήγοροι στο να φεύγουν
Αυτή ίσως είναι η πραγματική αλλαγή. Ο νέος εργαζόμενος δεν δένεται τόσο εύκολα με μία εταιρεία από φόβο ότι «έξω είναι χειρότερα». Ανοίγει το κινητό του και βλέπει αγγελίες, μισθούς, δουλειές στο εξωτερικό, remote εργασία, κριτικές εργαζομένων και εναλλακτικές.
Δεν σημαίνει ότι όλες οι εναλλακτικές είναι καλές. Σημαίνει όμως ότι η ανοχή σε μια κακή κατάσταση έχει μικρύνει.
Και ίσως αυτό να είναι υγιές. Μια οικονομία δεν γίνεται πιο παραγωγική επειδή ο εργαζόμενος φοβάται να φύγει. Γίνεται πιο παραγωγική όταν μια επιχείρηση που θέλει καλό προσωπικό έχει λόγο να γίνει καλός εργοδότης.
Τι θα έκανε πραγματικά τη διαφορά
Λιγότερες αγγελίες με «ανταγωνιστικό πακέτο» χωρίς να γράφουν μισθό. Περισσότερη διαφάνεια.
Λιγότερο «ευέλικτο ωράριο» που σημαίνει ότι ο εργαζόμενος πρέπει να είναι διαθέσιμος πάντα. Περισσότερο πρόγραμμα που επιτρέπει ζωή.
Λιγότερες υποσχέσεις περί «προοπτικής εξέλιξης». Περισσότερη συγκεκριμένη εξέλιξη: πόσο ανεβαίνει ο μισθός, σε πόσο χρόνο και με ποιες αρμοδιότητες.
Και από την πλευρά της Πολιτείας, περισσότερη σύνδεση εκπαίδευσης με πραγματικές δεξιότητες, ισχυρότερος έλεγχος παραβάσεων, καλύτερες υποδομές φροντίδας που επιτρέπουν σε περισσότερες γυναίκες να δουλέψουν, καθώς και πολιτικές στέγασης στις περιοχές όπου οι επιχειρήσεις ζητούν προσωπικό αλλά οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να κατοικήσουν.
Η αγορά εργασίας δεν λύνεται με μία πλευρά να δείχνει την άλλη με το δάχτυλο.
Η φράση που πρέπει επιτέλους να αλλάξει
Αντί για «οι νέοι δεν θέλουν να δουλέψουν», ίσως είναι ώρα να λέμε:
«Οι νέοι δεν θέλουν πια να δουλεύουν με οποιουσδήποτε όρους».
Αυτό δεν είναι πρόβλημα προς εξάλειψη. Είναι μήνυμα προς μια αγορά εργασίας που αλλάζει.
Όποια επιχείρηση το καταλάβει νωρίς, θα βρει ανθρώπους, θα τους κρατήσει και πιθανότατα θα τους δει να αποδίδουν περισσότερο. Όποια επιμένει ότι ο εργαζόμενος της χρωστά ευγνωμοσύνη επειδή του έδωσε μια θέση, θα συνεχίσει να βάζει αγγελία και να αναρωτιέται γιατί δεν χτυπά το τηλέφωνο.
Η δουλειά δεν είναι χάρη. Ο μισθός δεν είναι φιλοδώρημα. Και ο σεβασμός δεν είναι «παροχή». Είναι το ελάχιστο συμβόλαιο μιας σοβαρής αγοράς εργασίας.
Περισσότερα άρθρα στην ενότητα ΑΠΟΨΕΙΣ, θέματα για ΕΡΓΑΣΙΑ και όλες οι τελευταίες δημοσιεύσεις στη Ροή του FullPress365.