Δεν υπήρξε ποτέ εποχή στην οποία ένας άνθρωπος μπορούσε να βρει τόσο γρήγορα κάποιον, να στείλει μήνυμα τόσο εύκολα, να δει τι κάνουν εκατοντάδες γνωστοί και να βρίσκεται ταυτόχρονα σε τόσες ψηφιακές παρέες.
Κι όμως, η μοναξιά έχει γίνει παγκόσμιο ζήτημα δημόσιας υγείας. Το παράδοξο δεν είναι ότι έχουμε τεχνολογία. Είναι ότι μάθαμε να είμαστε συνεχώς διαθέσιμοι χωρίς να είμαστε πάντα πραγματικά παρόντες.

Το 2025 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έβαλε έναν αριθμό πάνω σε κάτι που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως προσωπικό συναίσθημα παρά ως κοινωνικό πρόβλημα: περίπου ένας στους έξι ανθρώπους παγκοσμίως βιώνει μοναξιά. Στους εφήβους και στους νεαρούς ενήλικες το ποσοστό είναι ακόμη υψηλότερο, περίπου ένας στους πέντε.
Ο ίδιος οργανισμός εκτιμά ότι η μοναξιά συνδέεται με περίπου 871.000 θανάτους τον χρόνο. Δεν πρόκειται για έναν ποιητικό τρόπο να πούμε ότι «η μοναξιά πονά». Η κοινωνική αποσύνδεση συνδέεται με καρδιαγγειακή νόσο, εγκεφαλικό, κατάθλιψη, άγχος και αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου.
Η μοναξιά δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να είσαι μόνος
Αυτό είναι το πρώτο λάθος που κάνουμε στη συζήτηση. Μπορεί κάποιος να ζει μόνος και να μη νιώθει μοναξιά. Μπορεί να βρίσκεται κάθε βράδυ ανάμεσα σε ανθρώπους και να αισθάνεται απολύτως μόνος.
Η μοναξιά αφορά το κενό ανάμεσα στις σχέσεις που θα θέλαμε να έχουμε και σε εκείνες που αισθανόμαστε ότι έχουμε. Δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των επαφών. Μετριέται με το αν νιώθουμε ότι υπάρχει κάποιος που μας βλέπει, μας ακούει και θα είναι εκεί όταν το πράγμα δυσκολέψει.
Γι’ αυτό και τα δεδομένα του ΟΟΣΑ είναι αποκαλυπτικά. Στις χώρες του οργανισμού οι περισσότεροι άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν κοινωνικές επαφές και στήριξη. Παρ’ όλα αυτά, περίπου 10% δηλώνουν ότι δεν έχουν κάποιον να βασιστούν όταν χρειαστούν βοήθεια, 8% σε ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ λένε ότι δεν έχουν στενό φίλο και περίπου 6% δήλωσαν ότι ένιωθαν μόνοι τις περισσότερες ή όλες τις ημέρες των προηγούμενων τεσσάρων εβδομάδων.
Η Ελλάδα περιλαμβάνεται στα ευρωπαϊκά σύνολα δεδομένων που χρησιμοποιεί ο ΟΟΣΑ. Το σημαντικό, όμως, δεν είναι να εφεύρουμε ένα εντυπωσιακό «ελληνικό ποσοστό». Είναι ότι η ίδια μεταβολή που καταγράφεται διεθνώς είναι ορατή γύρω μας: λιγότερες αυθόρμητες συναντήσεις, περισσότερες οθόνες, περισσότερη επικοινωνία χωρίς απαραίτητα περισσότερη οικειότητα.
Δεν μας έκανε το κινητό μόνους – αλλά άλλαξε τον τρόπο που είμαστε μαζί
Είναι βολικό να βρούμε έναν ένοχο. Το smartphone προσφέρεται. Είναι πάντα μπροστά μας, πάντα αναμμένο, πάντα έτοιμο να κατηγορηθεί.
Η πραγματικότητα είναι πιο δύσκολη. Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η επιστημονική εικόνα για τα social media δεν είναι μονοσήμαντη. Η ψηφιακή επικοινωνία μπορεί να διατηρήσει φιλίες από απόσταση, να ενώσει οικογένειες, να δώσει κοινότητα σε ανθρώπους που δεν τη βρίσκουν εύκολα στο φυσικό τους περιβάλλον και να βοηθήσει ομάδες που διαφορετικά θα ένιωθαν αποκλεισμένες.
Αλλά δεν είναι όλες οι online επαφές ίδιες. Άλλο να μιλάς με έναν φίλο σε βιντεοκλήση, άλλο να οργανώνεις μια έξοδο σε μια ομαδική συνομιλία και άλλο να περνάς δύο ώρες κοιτώντας αθόρυβα τη ζωή άλλων ανθρώπων.
Η έρευνα που συγκεντρώνει ο ΟΟΣΑ δείχνει ότι το παθητικό scrolling και η συνεχής παρακολούθηση περιεχομένου συνδέονται περισσότερο με κοινωνική σύγκριση και υψηλότερα επίπεδα μοναξιάς, ενώ η ενεργή επικοινωνία μπορεί να λειτουργεί εντελώς διαφορετικά.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι «μπήκαμε στο Internet». Είναι ότι ένα μέρος της κοινωνικής μας ζωής μετατράπηκε από συμμετοχή σε παρακολούθηση.
Η μεγάλη αλλαγή συνέβη πριν καν το καταλάβουμε
Ο ΟΟΣΑ καταγράφει μια μακροχρόνια τάση: εδώ και περίπου 15 χρόνια οι δια ζώσης συναντήσεις μειώνονται, ενώ η επικοινωνία με τηλέφωνο και ψηφιακές πλατφόρμες αυξάνεται.
Η διαφορά φαίνεται μικρή μέχρι να τη βάλεις μέσα στην καθημερινότητα. Το τηλεφώνημα αντικατέστησε την επίσκεψη. Το μήνυμα αντικατέστησε το τηλεφώνημα. Το emoji αντικατέστησε το μήνυμα. Το «είδα το story σου» έγινε μερικές φορές το μοναδικό σημάδι ότι δύο άνθρωποι εξακολουθούν να υπάρχουν ο ένας στη ζωή του άλλου.
Και ταυτόχρονα εξαφανίστηκαν πολλές από τις μικρές «υποχρεωτικές» κοινωνικές επαφές που κάποτε γέμιζαν την ημέρα: το ταμείο της τράπεζας, η ουρά για έναν λογαριασμό, η αγορά εισιτηρίου, η κουβέντα στο περίπτερο, ακόμη και το γραφείο για όσους εργάζονται από το σπίτι.
Η τεχνολογία έκανε τη ζωή ευκολότερη. Αλλά η ευκολία έχει μια αθέατη παρενέργεια: μπορούμε πλέον να περάσουμε ολόκληρη ημέρα χωρίς να χρειαστεί να μιλήσουμε σε κανέναν.

Η πόλη είναι γεμάτη ανθρώπους – αλλά δεν είναι πάντα γεμάτη σχέσεις
Η σύγχρονη πόλη μπορεί να είναι παράδοξα μοναχική. Ζεις σε πολυκατοικία με είκοσι διαμερίσματα και δεν ξέρεις πώς λέγεται ο άνθρωπος απέναντι. Μπαίνεις σε γεμάτο λεωφορείο και κανείς δεν μιλά. Κάθεσαι σε καφετέρια ανάμεσα σε δεκάδες ανθρώπους και τα περισσότερα βλέμματα είναι στραμμένα σε οθόνες.
Δεν φταίει κάποια «κακή γενιά». Αλλάξαμε και την κοινωνική υποδομή. Μικρά μαγαζιά έκλεισαν, γειτονιές έγιναν πιο ανώνυμες, οι αποστάσεις μεταξύ σπιτιού και δουλειάς μεγάλωσαν, η καθημερινότητα έγινε πιο γρήγορη και τα λεγόμενα «τρίτα μέρη» —οι χώροι που δεν είναι ούτε σπίτι ούτε δουλειά και στους οποίους οι άνθρωποι συναντιούνται χωρίς ιδιαίτερο σκοπό— λιγόστεψαν ή έγιναν ακριβότερα.
Όταν κάθε έξοδος χρειάζεται πρόγραμμα, χρήματα και συνεννόηση σε group chat τριών ημερών, η αυθόρμητη κοινωνικότητα χάνει έδαφος.
Η εργασία μας έδωσε ευελιξία – και σε κάποιους πήρε την κοινότητα
Η τηλεργασία άλλαξε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων προς το καλύτερο. Λιγότερη μετακίνηση, περισσότερο ελεύθερο χρόνο, δυνατότητα εργασίας από οπουδήποτε.
Αλλά για όσους ζουν μόνοι ή μετακόμισαν μακριά από φίλους και οικογένεια, το γραφείο δεν ήταν απλώς χώρος παραγωγής. Ήταν συχνά το μέρος όπου υπήρχε μια καθημερινή, χαμηλής έντασης κοινωνική ζωή: ο καφές, το αστείο, η κουβέντα για τίποτα.
Το πρόβλημα δεν λύνεται με το να ξαναβάλουμε όλους υποχρεωτικά σε γραφεία. Λύνεται όταν καταλάβουμε ότι η ευελιξία χωρίς κοινωνική υποδομή μπορεί να αφήσει έναν άνθρωπο λειτουργικό επαγγελματικά αλλά αποκομμένο προσωπικά.
Οι νέοι μπήκαν ξαφνικά στις ομάδες υψηλού κινδύνου
Για χρόνια η μοναξιά συνδεόταν σχεδόν αυτόματα με την τρίτη ηλικία. Η πραγματικότητα είναι πλέον διαφορετική.
Ο ΠΟΥ εντοπίζει ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα μοναξιάς σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες, ενώ ο ΟΟΣΑ χαρακτηρίζει τους νέους —και ειδικά ορισμένες ομάδες νέων ανδρών— ως αναδυόμενες ομάδες κινδύνου για κακή κοινωνική σύνδεση.
Δεν είναι τόσο παράξενο όσο ακούγεται. Οι νέοι περνούν περισσότερες μεταβάσεις: φεύγουν για σπουδές, αλλάζουν πόλεις, μπαίνουν σε ασταθή εργασία, δυσκολεύονται να βρουν προσιτή κατοικία, βλέπουν φίλους να μεταναστεύουν και δημιουργούν σχέσεις μέσα σε περιβάλλον στο οποίο η επόμενη επιλογή φαίνεται πάντα ένα swipe μακριά.
Η ψηφιακή ζωή δίνει άπειρη πρόσβαση. Η πρόσβαση όμως δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη δέσμευση.
Η μοναξιά έχει και ταξική διάσταση
Η κοινωνική ζωή δεν είναι δωρεάν. Χρειάζεται χρόνο, χώρο, μετακίνηση και συχνά χρήματα.
Ένας άνθρωπος που δουλεύει δύο δουλειές, ένας γονιός χωρίς βοήθεια, ένας εργαζόμενος που χάνει δύο ώρες την ημέρα στους δρόμους ή ένας νέος που πληρώνει το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του για ενοίκιο δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες να «επενδύσει» στις σχέσεις του με κάποιον που διαθέτει χρόνο και οικονομική ασφάλεια.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι στερήσεις στις κοινωνικές σχέσεις συχνά επικαλύπτονται με κοινωνικοοικονομικά μειονεκτήματα. Η μοναξιά δεν είναι λοιπόν μόνο ψυχολογικό ζήτημα. Είναι και θέμα συνθηκών ζωής.
Και όμως, το Internet μπορεί να είναι σωσίβιο
Εδώ χρειάζεται να αντισταθούμε στην εύκολη νοσταλγία. Δεν ήταν ο παλιός κόσμος παράδεισος κοινωνικότητας.
Άνθρωποι που ζούσαν σε απομονωμένες περιοχές, άνθρωποι με αναπηρία, άτομα που ανήκουν σε μειονότητες ή έχουν ενδιαφέροντα που δεν μοιράζεται κανείς στο κοντινό τους περιβάλλον μπορούν σήμερα να βρουν κοινότητα με τρόπο που πριν ήταν σχεδόν αδύνατος.
Ο ΟΟΣΑ καταγράφει αυτή τη θετική πλευρά της τεχνολογίας και τονίζει ότι δεν αρκεί να μετράμε «ώρες οθόνης». Σημασία έχει τι κάνουμε μέσα σε αυτές τις ώρες.
Μια βιντεοκλήση με το παιδί που ζει στο εξωτερικό δεν έχει το ίδιο κοινωνικό αποτέλεσμα με σαράντα λεπτά ατελείωτου scrolling. Ένα group που οργανώνει την επόμενη πραγματική συνάντηση δεν είναι το ίδιο με ένα feed που μας κρατά θεατές.
Τι χάσαμε τελικά;
Ίσως όχι τις μεγάλες σχέσεις. Αυτές συχνά επιβιώνουν. Χάσαμε περισσότερο το ενδιάμεσο στρώμα: τους γνωστούς, τους γείτονες, τον άνθρωπο στο μαγαζί, τον συνάδελφο που δεν είναι φίλος αλλά ρωτά αν είσαι καλά.
Αυτές οι «αδύναμες» κοινωνικές σχέσεις φαίνονται ασήμαντες επειδή δεν μπαίνουν σε οικογενειακές φωτογραφίες. Στην πράξη, όμως, δημιουργούν την αίσθηση ότι ανήκουμε κάπου.
Η κοινωνία μας έμαθε να μετρά engagement, όχι εγγύτητα. Μετρά views, μηνύματα, reactions και followers. Δεν έχει εξίσου εύκολο μετρητή για το αν κάποιος σε κοίταξε στα μάτια και κατάλαβε ότι σήμερα δεν είσαι καλά.
Πώς ξαναχτίζεται η σύνδεση χωρίς να πετάξουμε τα κινητά
Δεν χρειάζεται μια νέα σταυροφορία κατά της τεχνολογίας. Χρειάζεται να επαναφέρουμε την πρόθεση.
Να χρησιμοποιούμε το μήνυμα για να φτάσουμε στη συνάντηση, όχι για να την αντικαθιστούμε πάντα. Να δημιουργήσουμε ξανά χώρους όπου ένας άνθρωπος μπορεί να πάει χωρίς να πρέπει να καταναλώσει πολλά χρήματα. Να αντιμετωπίζουμε την κοινωνική υγεία όπως αντιμετωπίζουμε την άσκηση και τον ύπνο: σαν κάτι που θέλει χρόνο και φροντίδα.
Στις δουλειές, αυτό σημαίνει λιγότερη μοναξιά πίσω από dashboards και περισσότερες πραγματικές ομάδες. Στις πόλεις, σημαίνει πάρκα, πλατείες, βιβλιοθήκες, αθλητισμό και πολιτισμό που δεν λειτουργούν μόνο ως «υπηρεσίες», αλλά ως τόποι συνάντησης.
Στο σπίτι, μπορεί να είναι κάτι πολύ μικρότερο: ένα τραπέζι χωρίς κινητά, ένα τηλεφώνημα αντί για reaction, ένας καφές χωρίς να υπάρχει «λόγος», μια επίσκεψη που δεν χρειάζεται να έχει προγραμματιστεί τρεις εβδομάδες πριν.
Και σε προσωπικό επίπεδο, ίσως χρειάζεται να ξαναμάθουμε κάτι που η online κουλτούρα κάνει δύσκολο: να ανεχόμαστε την αμηχανία, τη σιωπή, το να μη συμβαίνει τίποτα ενδιαφέρον. Γιατί η πραγματική οικειότητα δεν είναι συνεχής ψυχαγωγία.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ζητά πλέον η κοινωνική σύνδεση να αντιμετωπίζεται ως βασικός πυλώνας της υγείας, δίπλα στη σωματική και την ψυχική υγεία. Αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό σημείο αυτής της ιστορίας.
Για δεκαετίες αντιμετωπίζαμε τη μοναξιά σαν προσωπική αποτυχία: «βγες περισσότερο», «γνώρισε κόσμο», «μην κλείνεσαι». Τώρα αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι οι σχέσεις δεν χτίζονται μόνο από χαρακτήρα και θέληση. Χτίζονται ή εμποδίζονται και από την εργασία, τη γειτονιά, την οικονομία, την τεχνολογία και τον τρόπο που οργανώνουμε τον χρόνο μας.
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα δεν είναι να συνδέσουμε περισσότερες συσκευές. Είναι να ξανασυνδέσουμε ανθρώπους.
Περισσότερα θέματα στην ενότητα BIG STORY, στην ΥΓΕΙΑ και στη Ροή του FullPress365.