«Ευρωπαϊκό πρόβλημα» η στέγη; Ναι — αλλά η ελληνική ευθύνη δεν μετακομίζει στις Βρυξέλλες

 Η κρίση είναι ευρωπαϊκή. Η ελληνική ένταση, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερη: 26,4% στεγαστική υπερφόρτωση στην Ελλάδα έναντι 7,7% στην ΕΕ.

Πυκνή κατοικία και πολυκατοικίες στην Αθήνα κάτω από τον Λυκαβηττό

Η στεγαστική κρίση είναι πράγματι ευρωπαϊκή. Οι τιμές κατοικιών και ενοικίων πιέζουν νοικοκυριά από τη Μαδρίτη έως το Βερολίνο και από το Δουβλίνο έως την Αθήνα. Όμως το ότι ένα πρόβλημα είναι κοινό στην Ευρώπη δεν σημαίνει ότι οι ευθύνες γίνονται αυτόματα συλλογικές και άρα απρόσωπες.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε σήμερα ότι η στέγαση είναι «ευρωπαϊκό πρόβλημα» και ότι χρειάζεται πολιτική συμφωνία για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Η διαπίστωση έχει βάση. Το πρόβλημα όμως αρχίζει όταν η ευρωπαϊκή διάσταση χρησιμοποιείται σαν βολικό μαξιλάρι για να μαλακώσει η εθνική αποτυχία.

Οι αριθμοί δεν αφήνουν πολύ χώρο για υπεκφυγές

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2025 είναι σκληρά. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 7,7% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.

Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 26,4%.

Δεν μιλάμε, λοιπόν, για μια χώρα που απλώς συμμετέχει σε ένα κοινό ευρωπαϊκό πρόβλημα. Μιλάμε για μια χώρα όπου το βάρος της στέγασης είναι υπερτριπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Αθήνα. Σύμφωνα με τη Eurostat, και οι 13 ελληνικές περιφέρειες βρίσκονται πάνω από το όριο του 16% ως προς τη στεγαστική υπερφόρτωση, ενώ στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη το ποσοστό φτάνει το 33,9%, το υψηλότερο που καταγράφεται σε περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το «είναι παντού δύσκολα» δεν αρκεί

Η σύγκριση με την Ισπανία, τη Γερμανία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα μπορεί να είναι χρήσιμη για να καταλάβουμε το μέγεθος του ευρωπαϊκού προβλήματος. Δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιείται ως άλλοθι.

Ο πολίτης που πληρώνει 650, 750 ή 900 ευρώ για ένα διαμέρισμα δεν ενδιαφέρεται αν τα ενοίκια ανέβηκαν και στη Βαρκελώνη. Θέλει να ξέρει τι έκανε η δική του κυβέρνηση για να αυξήσει την προσφορά κατοικιών, να αξιοποιήσει τα κλειστά ακίνητα, να επιταχύνει τις ανακαινίσεις και να προστατεύσει τη μακροχρόνια μίσθωση.

Η πολιτική ευθύνη δεν εξάγεται στις Βρυξέλλες επειδή το πρόβλημα έχει ευρωπαϊκές ρίζες.

Τα επιδόματα βοηθούν — αλλά δεν χτίζουν σπίτια

Η κυβέρνηση έχει πάρει μέτρα. Η επιστροφή ενός ενοικίου έως 800 ευρώ είναι μια πραγματική οικονομική ανάσα για όσους τη δικαιούνται. Οι περιορισμοί στις νέες βραχυχρόνιες μισθώσεις σε συγκεκριμένες περιοχές της Αθήνας είναι επίσης μια παρέμβαση που αναγνωρίζει ότι η αγορά δεν αυτορυθμίζεται πάντα προς όφελος των κατοίκων.

Αυτά πρέπει να αναγνωρίζονται. Αλλά πρέπει επίσης να ειπωθεί το αυτονόητο: η επιδότηση της ζήτησης δεν δημιουργεί από μόνη της νέα προσφορά.

Αν δεν αυξηθούν τα διαθέσιμα σπίτια, ένα μέρος κάθε επιδόματος κινδυνεύει να απορροφηθεί από τις ίδιες τις τιμές. Το κράτος πληρώνει λίγο περισσότερο, ο ενοικιαστής παίρνει μια ανάσα, αλλά η αγορά συνεχίζει να λειτουργεί με την ίδια στενότητα.

Το build-to-rent είναι ενδιαφέρον — αλλά δεν είναι ακόμα πολιτική

Η σημερινή αναφορά του πρωθυπουργού στο build-to-rent έχει ενδιαφέρον. Η ιδέα να κατασκευάζονται ολόκληρα κτίρια αποκλειστικά για μακροχρόνια μίσθωση μπορεί να αυξήσει την προσφορά, αν σχεδιαστεί σωστά.

Η συζήτηση για επιπλέον συντελεστή δόμησης ή ακόμη και έναν-δύο επιπλέον ορόφους ως κίνητρο προς επενδυτές αξίζει να εξεταστεί. Αλλά υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε μια καλή ιδέα σε ένα συνέδριο και σε ένα λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο που θα παράξει πραγματικά διαμερίσματα σε προσιτές τιμές.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα επιτραπεί να χτιστεί λίγο περισσότερο. Είναι ποιος θα εγγυηθεί ότι το νέο απόθεμα θα μείνει πράγματι στη μακροχρόνια μίσθωση και ότι τα ενοίκια δεν θα είναι απρόσιτα για τη μεσαία τάξη.

Η Αθήνα δεν χρειάζεται μόνο περισσότερα τετραγωνικά

Η στεγαστική κρίση δεν είναι ένα απλό πρόβλημα αριθμού διαμερισμάτων. Είναι και πρόβλημα ποιότητας, γεωγραφίας, εισοδήματος και πρόσβασης.

Ένα νέο κτίριο με υψηλά ενοίκια μπορεί να αυξήσει το απόθεμα χωρίς να λύσει το πρόβλημα του εργαζόμενου που παίρνει 1.100 ευρώ. Ένα ανακαινισμένο διαμέρισμα μπορεί να επιστρέψει στην αγορά, αλλά αν το ενοίκι του εκτοξευθεί, η κοινωνική πίεση παραμένει.

Γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να φύγει από τα συνθήματα και να πάει σε μετρήσιμους στόχους: πόσα κλειστά σπίτια επιστρέφουν κάθε χρόνο στη μακροχρόνια μίσθωση; Πόσες νέες κατοικίες δημιουργούνται; Πόσα νέα συμβόλαια έχουν ενοίκιο που αντιστοιχεί σε λογικό ποσοστό του μέσου μισθού;

Η Ευρώπη μπορεί να βοηθήσει — δεν μπορεί να κυβερνήσει την Αθήνα

Χρειάζεται ευρωπαϊκή πολιτική για τη στέγαση. Χρειάζονται χρηματοδοτικά εργαλεία, κοινές κατευθύνσεις και πιθανόν ευελιξία στους δημοσιονομικούς κανόνες για επενδύσεις σε προσιτή κατοικία.

Αυτό όμως δεν καταργεί την εθνική ευθύνη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποφασίζει πόσα κλειστά ακίνητα θα αξιοποιηθούν στον Βύρωνα, πόσες νέες άδειες Airbnb θα δοθούν στο Κουκάκι ή πόσο γρήγορα θα ολοκληρωθεί μια ανακαίνιση στην Κυψέλη.

Αυτές είναι ελληνικές αποφάσεις.

Το πρόβλημα δεν είναι να βρούμε ποιος φταίει περισσότερο

Η δημόσια συζήτηση συχνά καταλήγει σε ένα παιχνίδι μετάθεσης ευθύνης: φταίει η Ευρώπη, φταίνε οι ιδιοκτήτες, φταίνε οι Airbnb, φταίει η αντιπολίτευση, φταίνε οι προηγούμενοι.

Ο πολίτης όμως δεν χρειάζεται άλλη μία εξήγηση για το ποιος φταίει. Χρειάζεται μια αγορά κατοικίας που να λειτουργεί.

Το FullPress365 έχει ήδη καταγράψει το πραγματικό βάρος του κόστους ζωής στα ελληνικά νοικοκυριά και το πώς η στέγαση απορροφά όλο και μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Τα στοιχεία για το κόστος ζωής και η προηγούμενη ανάλυση για τα κυβερνητικά μέτρα για στέγαση και εισόδημα δείχνουν ότι το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό.

Η ουσία σε μία φράση

Ναι, η στεγαστική κρίση είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Αλλά η ελληνική ένταση της κρίσης απαιτεί ελληνικές απαντήσεις.

Οι Βρυξέλλες μπορούν να δώσουν εργαλεία. Η αγορά μπορεί να δώσει κεφάλαια. Οι ιδιοκτήτες μπορούν να βάλουν ακίνητα στην αγορά. Όμως το κράτος πρέπει να σχεδιάσει, να μετρήσει και να λογοδοτήσει.

Γιατί όταν η Ελλάδα καταγράφει 26,4% στεγαστική υπερφόρτωση απέναντι σε 7,7% στην ΕΕ, το «είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα» είναι μόνο η αρχή της συζήτησης — όχι το τέλος της.

Πηγές