120 δόσεις μετά την πίεση: γιατί η κυβέρνηση θυμήθηκε το ιδιωτικό χρέος

Η συζήτηση για νέα ρύθμιση 120 δόσεων επιστρέφει στο προσκήνιο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα προβλέπει, αλλά γιατί χρειάστηκε να φτάσει η πίεση σε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις για να επιστρέψει η κυβέρνηση σε ένα εργαλείο που επί χρόνια έμενε εκτός προτεραιοτήτων.

Το κτίριο της Βουλής των Ελλήνων στην Αθήνα

Η κυβέρνηση δηλώνει ότι θέλει μέσα στον Οκτώβριο να έχει ψηφιστεί ρύθμιση έως 120 δόσεων. Η ανακοίνωση παρουσιάζεται ως κίνηση ανακούφισης για όσους αντιμετωπίζουν συσσωρευμένες οφειλές. Όμως η πολιτική συζήτηση δεν μπορεί να εξαντληθεί στον αριθμό των δόσεων. Πίσω από τον τίτλο βρίσκεται ένα πιο δύσκολο ερώτημα: γιατί η λύση επιστρέφει τώρα, όταν το ιδιωτικό χρέος, η ακρίβεια και η πίεση στη μικρή αγορά δεν είναι καινούργια προβλήματα;

Η ρύθμιση μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, ιδιαίτερα για ανθρώπους που δεν ζητούν χάρη αλλά έναν ρεαλιστικό τρόπο να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους. Ωστόσο, όταν μια κυβέρνηση επαναφέρει ένα εργαλείο μόνο αφού η κοινωνική πίεση έχει γίνει πολιτικά αδύνατο να αγνοηθεί, δικαιούται να δεχθεί κριτική όχι για την ύπαρξη της ρύθμισης, αλλά για την καθυστέρησή της.

Δεν είναι απλώς ένας αριθμός δόσεων

Για ένα νοικοκυριό που έχει δει το εισόδημά του να περιορίζεται από ενοίκιο, λογαριασμούς, τρόφιμα και δανειακές υποχρεώσεις, οι 120 δόσεις δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια οφειλή που μπορεί να μπει σε σειρά και σε μια οφειλή που μεγαλώνει επειδή απλώς δεν υπάρχει διαθέσιμο εισόδημα για να καλυφθεί.

Το ίδιο ισχύει για τη μικρή επιχείρηση. Οι καθυστερήσεις σε ασφαλιστικές εισφορές, φορολογικές υποχρεώσεις ή τραπεζικές οφειλές δεν εμφανίζονται ξαφνικά επειδή κάποιος αρνείται να πληρώσει. Συχνά είναι το αποτέλεσμα μιας αγοράς όπου τα έξοδα τρέχουν, η κατανάλωση δεν αρκεί και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση παραμένει δύσκολη.

Κλειστά καταστήματα σε ελληνικό εμπορικό δρόμο

Η καθυστέρηση είναι πολιτική επιλογή

Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να υποστηρίζει ότι χρειάζονται δημοσιονομικά όρια και ότι κάθε ρύθμιση πρέπει να αποτρέπει τη συστηματική αθέτηση υποχρεώσεων. Αυτό είναι το αναμενόμενο κυβερνητικό επιχείρημα. Όμως η άλλη πλευρά του ίδιου επιχειρήματος είναι ότι η αδράνεια έχει κόστος: όσο μια οφειλή παραμένει αρρύθμιστη, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αποπληρωθεί και τόσο περισσότερο απομακρύνεται ο πολίτης από την κανονικότητα.

Οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης συνδέουν την επαναφορά των 120 δόσεων με την πίεση που έχει ασκηθεί γύρω από τα κόκκινα δάνεια και το ιδιωτικό χρέος. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, επιδιώκει να εμφανίσει τη ρύθμιση ως οργανωμένη παρέμβαση. Η διαφορά δεν είναι επικοινωνιακή: κρίνεται από το αν η ρύθμιση θα είναι διαθέσιμη σε όσους πραγματικά χρειάζονται διέξοδο ή αν θα μείνει περιορισμένη, αργή και γεμάτη προϋποθέσεις.

Η αγορά δεν ζει με δελτία Τύπου

Μια ανακοίνωση μπορεί να φέρει πολιτικό χρόνο. Δεν πληρώνει, όμως, τη δόση του δανείου, το ρεύμα του καταστήματος ή τις υποχρεώσεις ενός επαγγελματία που έχει χάσει ρευστότητα. Η πραγματική επιτυχία της πολιτικής δεν θα φανεί στο υπουργικό βήμα, αλλά στο αν οι άνθρωποι που έχουν εγκλωβιστεί σε οφειλές θα μπορούν πράγματι να μπουν στη ρύθμιση και να την τηρήσουν χωρίς να καταρρεύσουν από την πρώτη απρόβλεπτη δυσκολία.

Γι’ αυτό και χρειάζονται καθαρές απαντήσεις: Ποιοι θα ενταχθούν; Ποιες οφειλές θα καλύπτονται; Θα υπάρξει ουσιαστική αντιμετώπιση τόκων και προσαυξήσεων; Πώς θα προστατευθούν όσοι έχουν πραγματική αδυναμία πληρωμής; Και, κυρίως, τι θα αλλάξει ώστε η επόμενη ρύθμιση να μην παρουσιαστεί πάλι ως λύση έκτακτης ανάγκης;

Η αντιπολίτευση ζητά περισσότερα — και οφείλει να τα κοστολογήσει

Η κριτική προς την κυβέρνηση δεν σημαίνει ότι κάθε πρόταση της αντιπολίτευσης είναι αυτομάτως επαρκής. Η πρόταση για το ιδιωτικό χρέος και τα κόκκινα δάνεια χρειάζεται συγκεκριμένους κανόνες, κόστος και μηχανισμούς εφαρμογής. Η κοινωνία έχει ακούσει πολλές φορές γενικές υποσχέσεις για «δικαιοσύνη» και «λύσεις» χωρίς να βλέπει το σχέδιο που τις κάνει εφικτές.

Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από τη δική της ευθύνη. Εκείνη έχει την εξουσία, τα εργαλεία και την ευθύνη να μην αφήνει ένα πρόβλημα να διογκώνεται μέχρι να γίνει πολιτική απειλή. Αν οι 120 δόσεις είναι αναγκαίες σήμερα, τότε πρέπει να εξηγηθεί γιατί δεν ήταν αναγκαίες νωρίτερα.

Το πραγματικό τεστ έρχεται μετά την ψήφιση

Μια δίκαιη ρύθμιση δεν είναι χάρη. Είναι αναγνώριση ότι ένα κράτος που θέλει να εισπράξει οφείλει πρώτα να δημιουργήσει τον δρόμο για να μπορεί ο πολίτης να πληρώσει. Αν η νέα παρέμβαση μεταφραστεί σε πραγματικές, βιώσιμες δόσεις και σε προστασία από την υπερχρέωση, θα έχει ουσία. Αν μείνει ένα ακόμη μήνυμα καθησυχασμού, θα επιβεβαιώσει την αίσθηση ότι η κυβέρνηση αντιδρά μόνο όταν η πίεση έχει ήδη φτάσει στο όριο.

Η πολιτική αξιοπιστία δεν μετριέται από το πόσο γρήγορα ανακοινώνεται μια ρύθμιση. Μετριέται από το αν οι πολίτες τη χρειάζονται λιγότερο επειδή υπήρξε έγκαιρη πολιτική — ή αν τη χρειάζονται απελπισμένα επειδή αυτή άργησε.

Πηγές και τεκμηρίωση